13 Μαρτίου 2012

5 ΠΩΣ ΝΑ ΜΑΘΟΥΜΕ ΝΑ ΑΚΟΥΜΕ

Έχουμε ήδη πει ότι έχουμε μία ικανότητα που λέγεται φαντασία. Επίσης αναφέραμε την διαφορά ανάμεσα στην ΣΥΝΕΙΔΗΤΗ και στην ΜΗΧΑΝΙΚΗ φαντασία και είπαμε ότι με την μηχανική φαντασία συνήθως «ζούμε» σε άλλα μέρη από εκείνο στο οποίο βρισκόμαστε. Για τον λόγο αυτόν, μας είναι και δύσκολο να ακούμε πραγματικά έναν ομιλητή.
Όταν ένας γνωστός μιλάει για κάποιο θέμα εμείς τον ακούμε προσεκτικά ή έτσι τουλάχιστον δείχνουμε. Κατά την διάρκεια της ομιλίας, έρχονται στον νου μας εικόνες που μερικές φορές είναι σχετικές με το θέμα. Άλλες φορές όμως είναι τελείως ξένες, γιατί σχετίζονται με κάποια δουλειά που έχουμε να κάνουμε. Έτσι ενώ ακούμε με ενδιαφέρον τον ομιλητή να αναλύει την άποψή του, στην οθόνη του νου προβάλλεται το πρόβλημα που έχουμε. Πχ πρέπει την άλλη μέρα να πάμε το αυτοκίνητο στο συνεργείο. Τότε αρχίζει μία αλυσίδα σκέψεων σχετικών με το τι ακριβώς θα κάνουμε αύριο και πως θα λύσουμε το πρόβλημά μας. Φυσικά, κατά διαστήματα ακούμε τον ομιλητή, αλλά εάν παρατηρήσετε προσεκτικά θα διαπιστώσετε ότι υπάρχουν μεγάλα χρονικά διαστήματα κατά τα οποία φεύγουμε διανοητικά τελείως από το μέρος της συζήτησης. Το φαινόμενο είναι τόσο έντονο ώστε δεν ακούμε αρκετά από εκείνα που αναφέρονται. Αυτό συμβαίνει γιατί κυριολεκτικά οι αισθήσεις μας «σβήνουν» κατά την στιγμή της δράσης της φαντασίας. Έτσι χάνουμε πολλές πληροφορίες.
Εδώ τώρα επεμβαίνει ο νους με την μνήμη. Τα ενδιάμεσα κενά γεμίζουν από υποθέσεις σχετικά με το θέμα. Δημιουργείται λοιπόν στην μνήμη μας μία διανοητική σύνθεση, η οποία σε γενικές γραμμές περιέχει την ιστορία που ακούσαμε και αυτό μας καθησυχάζει ότι παρακολουθήσαμε την ομιλία. Όμως το πιθανότερο είναι ότι έχουμε χάσει σημαντικές λεπτομέρειες.
Θα μπορούσε επίσης κάποιος να ισχυριστεί ότι αυτός δεν αφήνεται σε φαντασίες κατά την διάρκεια μιας ενδιαφέρουσας συζήτησης. Αλλά επειδή υπάρχει πάντοτε η διανοητική επεξήγηση των πληροφοριών που ακούμε, τις περισσότερες φορές εκείνο που αντιλαμβανόμαστε είναι μία ερμηνεία άσχετη με εκείνη που θέλει να δώσει ο ομιλητής. Για παράδειγμα θα αναφέρει ένα πολιτικό πρόσωπο και μία πράξη του. Τότε κάποιος, επειδή έχει αντίθετες πολιτικές πεποιθήσεις από εκείνες του αναφερόμενου πολιτικού, θα αντιδράσει. Δεν θα περιμένει να δει που θα καταλήξει η συζήτηση. Δεν τον ενδιαφέρει παρά να καταδικάσει τον αντίπαλο πολιτικό. Έτσι θα αρχίσει να επεξεργάζεται κάποιον αντίλογο, χάνοντας εκείνα που λέγονται στην συνέχεια. Το αποτέλεσμα φυσικά θα είναι να μην ακούει.
Επίσης σίγουρα έχετε παρατηρήσει ότι, πολλές φορές σε μία συζήτηση, πριν καλά καλά ξεκινήσει ο «αντίπαλος» εσείς ήδη έχετε έτοιμη την απάντηση που θα δώσετε. Αυτό σημαίνει ότι νομίζετε ότι ξέρετε ήδη τι θέλει (κατά την γνώμη σας) να πει και έτσι δεν ακούτε τι πραγματικά λέει. Αλλά ούτε και θέλετε να τον ακούσετε να ολοκληρώνει το επιχείρημά του. Αντίθετα μάλιστα βιαζόσαστε πολλές φορές να τον διακόψετε για να του απαντήσετε. Από το κλίμα της συζήτησης έχετε ήδη δώσει μία θεωρητική κατεύθυνση στην κουβέντα και ετοιμάζετε την απάντηση.
Κάποτε είχε διεξαχθεί ένα πείραμα από μία ομάδα ψυχολόγων. Μπροστά σε έναν αριθμό φοιτητών «παίχτηκε» ένα θέατρο διάρκειας μερικών δευτερολέπτων. Ζητήθηκε από τους φοιτητές, που παρατηρούσαν, να καταγράψουν στην μνήμη τους όσο περισσότερες πληροφορίες γινόταν. Έπειτα οι φοιτητές περιέγραψαν με λεπτομέρειες αυτά που θυμόντουσαν σε άλλους. Κατόπιν οι δεύτεροι διηγήθηκαν την ιστορία σε άλλους και ούτω καθεξής. Μετά από μία σειρά περιγραφών η τελική ομάδα έγραψε αυτά που άκουσε. Το αποτέλεσμα ήταν εκπληκτικό. Η ιστορία, είχε τόσο πολύ αλλάξει ώστε, δεν θύμιζε σχεδόν σε τίποτε το πρωταρχικό γεγονός. Επιπλέον ο κάθε φοιτητής έδινε μία τελείως διαφορετική εκδοχή. Αυτό είναι ένα κλασσικό παράδειγμα της αδυναμίας του ανθρώπου όχι μόνο να παρατηρεί τα γεγονότα αλλά και να ακούει πραγματικά εκείνα που λέγονται. Και το φαινόμενο αυτό είναι τόσο έντονο ώστε λέμε την φράση «σπασμένο τηλέφωνο», που σήμερα έχει γίνει κάτι σαν παροιμία.
Το να μάθουμε λοιπόν να ακούμε είναι ένα εγχείρημα σχετικά δύσκολο. Απαιτείται να υπάρχει πλήρης και αδιάσπαστη προσοχή σε εκείνα που λέγονται. Ο νους με τις λογικές διευκρινίσεις του και τις ξαφνικές εκρήξεις φαντασίας είναι ένα εμπόδιο. Αν ακούσετε την λέξη βάρκα θα θυμηθείτε ένα γεγονός που συνέβη όταν ήσασταν μικροί….. κάποιο καλοκαίρι….. και θα προβάλετε την σχετική εικόνα…… Τότε αυτόματα η πραγματικότητα ξεθωριάζει μπροστά στην προβολή της μνήμης. Έτσι με αυτόν τον τρόπο ήδη ζείτε στο παρελθόν και πάψατε να ακούτε. Αυτή η διαδικασία συμβαίνει ακαριαία και έχει γίνει τόσο αυτόματη ώστε κυριολεκτικά είναι ανεξέλεγκτη.
Πως είναι δυνατόν να ακούτε όταν την ίδια στιγμή «ζείτε» γεγονότα που συνέβησαν πριν χρόνια ή γεγονότα που υποθέτετε ότι θα συμβούν στο μέλλον;
Η διαδικασία εκγύμνασης στο να μάθουμε να ακούμε απαιτεί μία σειρά «ασκήσεων». Ακριβώς όπως ένας αθλητής ξεκινάει σιγά σιγά να γυμνάζεται με σκοπό να πάρει μέρος στους αγώνες. Αρχίζει από απλές ασκήσεις και προχωράει σταδιακά σε δυσκολότερες και πιο περίπλοκες.
Το ίδιο και εδώ. Το πρώτο πράγμα, η πρώτη άσκηση που πρέπει να γίνει είναι να προσπαθεί κανείς να κρατάει την προσοχή του σε εκείνο που συμβαίνει μπροστά του, τώρα! αυτήν την στιγμή! στο παρόν.
Στην αρχή ούτε καν καταλαβαίνουμε ότι φανταζόμαστε. Έπειτα αρχίζει να αυξάνεται η αντίληψη και μπορούμε πια να καταλάβουμε την δράση της φαντασίας. Τότε, όταν το καταλαβαίνουμε ότι κάποια φαντασία προβάλλεται στην διανοητική μας οθόνη, πρέπει να επιστρέφουμε πίσω στην πραγματικότητα. Αυτή η διαδικασία θα επιτρέψει, με τον καιρό, να αποκτήσουμε την συνήθεια να προσέχουμε τι συμβαίνει γύρω μας, αλλά και μέσα μας, την κάθε στιγμή. Η συνήθεια αυτή θα αντιστρατευτεί και τελικά θα ακυρώσει την συνήθεια να «ζούμε στο παρελθόν ή στο μέλλον» χάνοντας πάντοτε το παρόν.
Η ικανότητα αυτή του να προσέχουμε συνεχώς και χωρίς διακοπές από την φαντασία μας εκείνων που συμβαίνουν γύρω μας είναι ένα βασικό εργαλείο για εκείνον που θέλει να γνωρίσει το άγνωστο μέρος του εαυτού του.

Ο Δρόμος αρχίζει στο σώμα με τις πέντε αισθήσεις.
Να ξυπνάς σημαίνει να τις χρησιμοποιείς και να μην τις συγχέεις με σένα.