13 Μαρτίου 2012

8 ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΤΗΡΟΥΜΕΝΟΣ

Σε αυτού του είδους την εσωτερική δουλειά, την οποία προσπαθούμε να περιγράψουμε, υπάρχει ένα δύσκολο σημείο το οποίο πρέπει να ξεπεραστεί.
Συνήθως έχουμε έναν συγκεκριμένο τρόπο για να αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο: μέσω των αισθήσεων βγαίνουμε στον «έξω κόσμο». Αυτό είναι κάτι πολύ εύκολο, κάτι που συμβαίνει μηχανικά, αυτόματα. Εμείς πρέπει να αντιστρέψουμε την διαδικασία. Πρέπει να παραμείνουμε «πίσω» από τις αισθήσεις. Πρέπει να καταλάβουμε ότι άλλος είναι αυτός που παρατηρεί τον έξω κόσμο (ο νους μέσω των αισθήσεων) και άλλος είναι εκείνος ο οποίος έχει θέληση και επομένως δυνατότητα κίνησης.
Ο νους εξηγεί και προτείνει, αλλά την τελική απόφαση την βγάζουμε εμείς. Έτσι πρέπει να καταλάβουμε την διαφορά ανάμεσα στον Παρατηρητή (σε εκείνον που παρατηρεί, δηλαδή εμείς) και στον Παρατηρούμενο (σε εκείνον που παρατηρείται δηλαδή τον εξωτερικό κόσμο και το Εγώ μας, τον Νου μας).
Για παράδειγμα ο νους αντιλαμβάνεται ένα ωραίο γλυκό. Ενεργοποιεί τότε μία διαδικασία λαιμαργίας και την επιθυμία να το φάμε. Όμως η τελική κίνηση εξαρτάται από εμάς. Εμείς τότε αποφασίζουμε αν θα φάμε ή όχι το γλυκό και για ποιον λόγο.
Εάν αφεθούμε να μας πείσει ο νους με τις ωραίες εικόνες και τις αναμνήσεις που προβάλλει, τότε θα δράσουμε σαν λαιμαργία και το αποτέλεσμα είναι γνωστό. Το ίδιο θα συμβαίνει και με οποιοδήποτε άλλο περιστατικό στην ζωή μας. Επειδή δεν χωριζόμαστε (βασικά γιατί δεν μας ενδιαφέρει) σε Παρατηρητή και Παρατηρούμενο, όλες οι δράσεις μας είναι μηχανικές. Αυτό προξενεί προβλήματα και βάσανα κάθε είδους.
Αντίθετα αν υπάρξει αυτός ο διαχωρισμός τότε θα αρχίσουμε να παίρνουμε την ζωή μας στα χέρια μας. Ο διαχωρισμός επιτρέπει να βλέπουμε ψυχραιμότερα όλα τα προβλήματα και τις υποθέσεις μας.
Έχετε παρατηρήσει ότι μπορείτε να δώσετε με άνεση μία συμβουλή σε κάποιον, αλλά εσείς ο ίδιος δεν μπορείτε να τηρήσετε την συμβουλή σας σε μία ίδια περίπτωση;
Αυτό οφείλεται στο ότι «βρισκόσαστε σε απόσταση» από το γεγονός που απασχολεί τον γνωστό σας. Έτσι το παρατηρείτε ευκολότερα και μπορείτε να δώσετε την λύση. Όταν όμως το πρόβλημα είναι δικό σας, τότε «δεν βρισκόσαστε σε απόσταση». «Βρισκόσαστε μέσα» στο πρόβλημα. Αυτό σας εμποδίζει να δείτε λεπτομέρειες. Όλο το θέμα μοιάζει με το να καθόσαστε σε μία καρέκλα και να προσπαθείτε να την σηκώσετε.
Αυτός ο διαχωρισμός έχει κάποιες δυσκολίες. Υπάρχουν τρία βασικά ελαττώματα που εμποδίζουν την εφαρμογή του. Πρόκειται για τα:
Μυθομανία (παραλήρημα Μεγαλείου, να νομίζεις ότι είσαι ένας Θεός).
Εγωλατρία (πίστη σε ένα Διαρκές Εγώ, λατρεία οποιουδήποτε είδους Άλτερ Έγκο).
Παράνοια (Σοφιστεία, Αυτάρκεια, αλαζονεία, το να πιστεύει κανείς τον εαυτό του αλάθητο, μυστικιστική υπερηφάνεια, άτομο που δεν ξέρει να βλέπει την άποψη του άλλου).
Αυτά τα τρία ελαττώματα μας κάνουν να πιστεύουμε ότι είμαστε πάντοτε «ένα άτομο». Εμποδίζουν την παρατήρηση του εσωτερικού γεγονότος ότι από ψυχολογικής άποψης αλλάζουμε συνεχώς. Έτσι είμαστε πεπεισμένοι ότι οι διάφορες σκέψεις και τα συναισθήματα, που συνεχώς εμφανίζονται και εξαφανίζονται μέσα μας, είναι πράγματα που υπάρχουν φυσιολογικά και προέρχονται από εμάς αφού εμείς τα δημιουργήσαμε.
Όμως η Διδασκαλία των Πολλών Εγώ διδάσκει ότι κάποιος έχει την δυνατότητα, με εργαλείο την παρατήρηση, να διαπιστώσει ότι όλα αυτά είναι σκέψεις και επιθυμίες που αντιστοιχούν σε διαφορετικά Εγώ:
-Εμφανίζεται το Εγώ της Λαιμαργίας. Έχει δικές του σκέψεις και επιθυμίες.
-Μετά εμφανίζεται το Εγώ της Μεγαλομανίας. Έχει και αυτό δικές του και φυσικά διαφορετικές σκέψεις και επιθυμίες.
-Έπειτα φεύγει και αυτό και στην θέση του εμφανίζεται το Εγώ της Λαγνείας και ούτω καθεξής.
Εάν κάποιος προσπαθήσει να παρατηρήσει βαθιά τον εαυτό του, τότε θα αρχίζει να «χωρίζεται» σε δύο πρόσωπα: σε εκείνο που δρα, επιθυμεί και σκέπτεται (ο Παρατηρούμενος) και σε εκείνο που αμίλητο και ήσυχο παρατηρεί (ο Παρατηρητής).
Αυτός ο διαχωρισμός έχει αρκετά πλεονεκτήματα. Εκείνος ο οποίος είναι χωρισμένος σε Παρατηρητή και Παρατηρούμενο, δεν ταυτίζεται ούτε με τις καταστάσεις, ούτε με τα «θέλω» του πολλαπλού Εγώ. Αρχίζει να αντιλαμβάνεται τι συμβαίνει και σταματάει να είναι θύμα των γεγονότων της ζωής.
Διαφορετικά, εάν συνεχίζει να ζει με τον παλιό και γνωστό τρόπο ύπαρξης, θα συνεχίζει να ταυτίζεται «με την καρέκλα που κάθεται». Έτσι θα του είναι αδύνατον να αντισταθεί και η ζωή θα τον παρασύρει από εδώ και από εκεί, ακριβώς όπως ένα ξύλο είναι έρμαιο των κυμάτων.
Για να αλλάξουμε την ζωή μας, για να μπορούμε να αλλάζουμε τα γεγονότα της, πρέπει να γνωρίζουμε την αιτία τους. Και αυτή η αιτία βρίσκεται μέσα μας. Είμαστε εμείς οι ίδιοι.
Έτσι για να αλλάξουμε την ζωή μας πρέπει να γνωρίσουμε τον εαυτό μας.
Για να γνωρίσουμε τον εαυτό μας πρέπει να αυτοπαρατηρηθούμε.
Για να αυτοπαρατηρηθούμε πρέπει να χωριστούμε σε Παρατηρητή και σε Παρατηρούμενο.
Τότε θα γίνουμε ικανοί να αρχίσουμε να αντιλαμβανόμαστε κάθε Εγώ που δρα μέσα μας. Έτσι θα μπορέσουμε να καταλάβουμε τι προβλήματα μας προκαλεί με τις λανθασμένες σκέψεις, επιθυμίες και δράσεις του.
Όταν θα συμβεί αυτό θα αρχίσουμε να επιθυμούμε την διάλυσή τους. Είναι ο μόνος τρόπος με τον οποίο θα μπορέσουμε να γευτούμε την ψυχολογική ελευθερία.
Διαφορετικά θα συνεχίσουμε να ζούμε μία «μικρή ζωή», ονειρευόμενοι τα πλούτη, τις απολαύσεις και την δόξα που θα «έπρεπε» να μας δοθούν «γιατί έτσι», «γιατί είμαστε εμείς» και φυσικά μας αξίζουν τα πάντα.
Μόνο που φυσικά θα μένουμε πάντα στα όνειρα και στις ανεκπλήρωτες επιθυμίες. Γιατί όπως λέει και η παροιμία: Αν δεν βρέξεις τα πόδια σου, δεν θα φας ψάρι.