4 Ιουλίου 2012

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΤΣΙΤΣΕΝ ΙΤΣΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑΣ ΣΑΚ-ΝΙΚΤΕ

Όλοι όσοι έχουν ζήσει στην Μαγιάμπ, έχουν ακούσει το γλυκό όνομα της πριγκίπισσας Σακ-Νικτέ που πάει να πει Λευκό Άνθος.

Ήταν ψηλή και γαλήνια σαν την Σελήνη που τα βλέπει όλα με ήρεμη αγάπη. Σαν την σελήνη, που λούζεται στα ήσυχα νερά από όπου όλοι μπορούν να πιουν το φως της.

Ήταν σαν την αγριοπεριστέρα που όταν τραγουδάει κάνει όλον τον κόσμο να αναστενάζει κι έμοιαζε με δροσοσταλίδα που πέφτει επάνω στα φύλλα και τα γεμίζει φρεσκάδα και λάμψη.

Ήταν σαν το ασημένιο βαμβάκι που παρασύρεται από τον άνεμο και στολίζει τον αέρα, και σαν την μαρμαρυγή του ήλιου που κάνει καινούρια την ζωή.

Έτσι λοιπόν, ήταν το άνθος που ανθίζει τον μήνα των Αρραβώνων προ αμνημονεύτων χρόνων. Όλα όμως έχουν ένα τέλος.

Τσιτσέν Ιτσά, πόλη των πόλεων, Τσιτσέν Ιτσά, βασίλισσα των ομορφότερων πραγμάτων, Τσιτσέν Ιτσά, άδυτο της σοφίας… τι, άραγε, απέγινες;

Το χρυσό φίδι σταμάτησε να πετάει και ξερίζωσε τα λαμπερά φτερά του, και έγινε σταχτί και κυλίστηκε στην γη, αλλά παρέμεινε όμορφο παρ’ όλο που ήταν λυπημένο.

Έτσι οι γιοι του φωτός που γεμίζει τους αιθέρες έπεσαν στην γη, και οι άρχοντες της Τσιτσέν αλλάξανε όνομα και άρχισαν να ονομάζονται Κανέκ που πάει να πει Μαύρο Φίδι.

Ο τελευταίος πρίγκιπας Κανέκ ήταν ο μέγας άρχοντας της Τσιτσέν Ιτσά. Θα διηγηθούμε και θα τραγουδήσουμε τον κακότυχο έρωτα του Μαύρου Φιδιού με το Λευκό Άνθος της Μαγιάμπ. Θα το πούμε με τραγούδια για να ευφράνουμε την λύπη και να το δεχτεί η καρδιά μελωδικά. Ακούστε να μαθαίνετε, αφού από όλα τα τραγούδια όλο και κάτι μαθαίνει κανείς.

Ο πρίγκιπας Κανέκ όταν ήταν επτά χρονών σκότωσε μια πεταλούδα και την έλιωσε μέσα στα δάχτυλά του, και αυτά γεμίσανε με χρώματα αστραφτερά. Το βράδυ της ίδιας ημέρας που συνέβηκε αυτό, ονειρεύτηκε ότι μεταμορφώθηκε σε σκουλήκι.

Όταν ο πρίγκιπας εκείνος ήταν δύο φορές επτά χρονών, βρήκε ένα μικρό ελάφι που είχε πέσει σε μια παγίδα του μήνα Μοάν, που δίνει χάρη και ευωδιά στους κάμπους, που χαρίζει χρώματα στα μάτια, απαλοσύνη στα χέρια, τραγούδια στα αυτιά και έρωτα στις καρδιές.

Έτσι, ήταν στην Μαγιάμπ η πριγκίπισσα Σακ-Νικτέ, που γεννήθηκε την μεγάλη μέρα των τριών πόλεων, στο μεσουράνημα της δόξας τους.

Με ζοφερά χρώματα είχε γραφτεί η μοίρα της. Όσοι όμως την είδαν με τα ίδια τους τα μάτια την φώναζαν με το ίδιο όνομα που την φωνάζουν τώρα. Το όνομά της όταν το λες αναδίδει το άρωμα του κάμπου το ξημέρωμα.

Λένε πως η πριγκίπισσα Σακ-Νικτέ γεννήθηκε την νύχτα εκείνη που το «λαμπερό αστέρι που φωτίζει την ζωή» ζευγάρωσε με τον ήλιο.

Γεννήθηκε από τον βασιλιά Ουνάσελ, τον ωραίο και δυνατό στην μάχη, και από την πιο όμορφη γυναίκα που την έλεγαν Χρυσαφένιο Αστέρι.

Και ήταν σε εκείνους τους καιρούς του μεγαλείου, η πριγκίπισσα του Μαγιαπάν, του οχυρού των Μάγια. Και η σημαία και το στέμμα της Μαγιάμπ, όταν οι τρεις πολιτείες συμφώνησαν να είναι για πάντα ενωμένες[1].

Είχαν ζήσει τις δύο πρώτες ζωές τους η Ουξμάλ και η Τσιτσέν Ιτσά, και η γενναία Μαγιαπάν ήταν η καινούρια και η περήφανη.

Οι τρεις βασιλιάδες είχανε φιλικές σχέσεις και μπορούσες να πας απ’ άκρη σ’ άκρη στην Μαγιάμπ, την χώρα των Μάγια, χωρίς να δεις στρατούς, αφού όλοι κυνηγούσαν την ειρήνη.

Ο πρίγκιπας με το μαχαίρι του άνοιξε τα σωθικά του άτυχου ζώου που έσκουζε φωνάζοντας την μάνα του, του ξερίζωσε την καρδιά και πήγε να την προσφέρει σε έναν από του Μαύρους θεούς που βοηθάνε τους μάγους. Τα χέρια του γέμισαν αίματα. Το ίδιο βράδυ ονειρεύτηκε πως ήταν μια τίγρη διψασμένη για αίμα και όταν ξύπνησε δεν το είχε λησμονήσει.

Όταν ο πρίγκιπας εκείνος ήταν τρεις φορές επτά χρονών πήγε στον βασιλιά των Ιτσά, και εκείνη την ημέρα είδε την πριγκίπισσα Σακ-Νικτέ.

Το βράδυ της ίδιας μέρας δεν είδε κανένα όνειρο, διότι δεν κοιμήθηκε, παρά μονάχα έκλαιγε μέχρι να ξημερώσει. Αισθάνθηκε λυπημένος για όλη του την ζωή.

Η πριγκίπισσα Σακ-Νικτέ όταν ήταν πέντε χρονών πρόσφερε σε έναν διαβάτη μια κούπα δροσερό νερό. Και καθώς του την έδινε, κοίταξε μέσα στην κούπα και στο νερό καθρεφτίστηκε η ματιά και η μορφή της. Τότε στο νερό της κούπας βλάστησε ένα λουλούδι.

Όταν η πριγκίπισσα Σακ-Νικτέ ήταν δύο φορές πέντε χρονών, πήγε στο χωράφι με το καλαμπόκι και ήρθε ένα περιστέρι και κάθισε στον ώμο της του έδωσε στην παλάμη της καλαμπόκι, το φίλησε στο ράμφος και το άφησε να πετάξει.

Όταν η Σακ-Νικτέ ήταν τρεις φορές πέντε χρονών, είδε τον πρίγκιπα Κανέκ, που τότε ήταν ο άρχοντας των Ιτσά. Και του έκαψε την καρδιά με την φλόγα του καινούριου ήλιου. Όλο το βράδυ της ίδιας μέρας κοιμήθηκε με ένα χαμόγελο στο στόμα και ξύπνησε λες και είχε ανάψει στο στόμα και την ψυχή του ένα λαμπερό φως.

Εκείνη ήξερε πως ο χρόνος είχε ωριμάσει. Για το κρυμμένο λουλούδι έρχονται οι ήλιο του Μοάν να το ανοίξουν και να του δώσουν το όμορφο χρώμα, και έρχεται και ο καθαρός αέρας της αυγής για να σκορπίσει τις ευωδιές. Έτσι, η πριγκίπισσα Σακ-Νικτέ άνθισε στην γη της Μαγιάμπ την ημέρα που ορίστηκε το πεπρωμένο της.

Ο μεγάλος αρχαίος λίθος που γράφτηκε στους ζοφερούς καιρούς λέει το τι έγινε. Και έτσι τραγουδιέται τώρα με φωνή τρεμάμενη.

Στην κραταιά πόλη Ιτσμάλ κίνησε να πάει ο πρίγκιπας Κανέκ, για να εξαγνιστεί ενώπιον της μορφής του ηγεμόνα Σαμνά, σύμφωνα με το έθιμο, επειδή επρόκειτο να αναγορευτεί βασιλιάς των Ιτσά.

Ο πρίγκιπας είχε δειλιάσει και είχε χάσει το κουράγιο του. Παραλυμένος από τον φόβο ανέβηκε τα 26 σκαλοπάτια του Ναού και χλόμιασε όταν αντίκρισε την όψη του Πατέρα των αδελφών του. Τα πόδια του κυνηγού όταν κατέβηκε έτρεμαν, και τα χέρια του πολεμιστή ήταν μουδιασμένα.

Τότε το Μαύρο Φίδι είδε την πριγκίπισσα, και άλλαξε η ζωή του ριζικά.

Η πριγκίπισσα πήγε εκεί, στην μεγάλη πλατεία της Ιτσμάλ, που ήταν γεμάτη κόσμο που είχε έρθει από τα τέσσερα σημεία της Μαγιάμπ για να δει τον πρίγκιπα. Όλοι όσοι βρίσκονταν κοντά είδαν τι του συνέβαινε. Είδαν το χαμόγελο της πριγκίπισσας και την ματιά της γεμάτη λάμψη. Είδαν τον πρίγκιπα να κλείνει τα μάτια και να σφίγγει το στήθος του με μάτια παγωμένα.

Δεν είδαν όμως το βέλος, που ήρθε από ψηλά και καρφώθηκε ταυτόχρονα και στους δύο και τους ένωσε σφιχτά τον έναν με τον άλλον, για να εκπληρωθεί η επιθυμία των Θεών. Επιθυμία που δεν την γνώριζαν οι άνθρωποι.

Γιατί πρέπει να μάθετε ότι την πριγκίπισσα της Μαγιαπάν την είχε λογοδώσει ο πατέρας της, ο ισχυρός Βασιλιάς Ουνάσελ, στον νεαρό Ουλίλ, πρίγκιπα της Ουξμάλ, που ήταν γιος των Ουίτσε και κληρονόμος της συμμαχίας των τριών πόλεων.

Στην Ιτσμάλ βρίσκονταν οι τρεις μεγάλοι άρχοντες την ημέρα του εξαγνισμού και όταν συναντήθηκαν υποκλίθηκαν ο ένας στον άλλον. Η πριγκίπισσα Σακ-Νικτέ έριξε την λάμψη της επάνω τους σαν την ξάστερη σελήνη.

Και διάλεξε το Μαύρο Φίδι για να γεμίσει την ζωή του με φως και γλυκύτητα.

Ήταν μεγάλη μέρα για την Μαγιάμπ.

Πρίγκιπα Κανέκ, πρίγκιπα Κανέκ τι ήξερες από όλα αυτά σαν την πρωτοκοίταξες;…

Ισχυρό βασίλειο της Ιτσά, το μεγαλείο σου είχε θαμπώσει και η λάμψη από το αρχαίο σου φως σιγόσβηνε, και το μαύρο φίδι σερνόταν μέσα στην σκοτεινιά όταν εμφανίστηκε η πριγκίπισσα Σακ-Νικτέ και αμέσως όλα άλλαξαν λες και έλαμψε ένα αστέρι στην καρδιά του πρίγκιπά σου!

Τσιτσέν Ιτσά, λευκή κατοικία του Ιερού Ήλιου, ήσουν ζοφερή και ήρθε εκείνη να αλλάξει το πεπρωμένο σου! Αλλά δεν το ήξερες!

Λαέ της Ιτσά, τέκνα του Αρχαίου Φωτός, όταν συντριμμένα περιμένατε τον κεραυνό της τιμωρίας, σας προσφέρθηκε η σωτηρία! Ο Κρυμμένος Άρχοντας, που αγαπούσε τους γιους των ευλογημένων αντρών, έστειλε το Λευκό Άνθος της Μαγιάμπ για να σας φωτίσει. Και εκείνη την ημέρα οι δυνάμεις του Ουρανού και της Γης ενώθηκαν, για να ανοίξουν έναν καινούριο δρόμο στην γη της Μαγιάμπ.

Σήμερα είναι η μέρα που ο πρίγκιπας Κανέκ στέφτηκε βασιλιάς της Τσιτσέν Ιτσά και άρχισε η αντίστροφη μέτρηση των τριάντα επτά ημερών που απομένουν για να παντρευτεί ο πρίγκιπας Ουλίλ την πριγκίπισσα Σακ-Νικτέ.

Παρουσιάστηκαν οι αγγελιαφόροι από την Μαγιαπάν στον Βασιλιά της Τσιτσέν και του διαμήνυσαν: «Ο άρχοντάς μας Ουνάσελ προσκαλεί τον φίλο και σύμμαχό του στους γάμους της θυγατέρας του».

Και αποκρίθηκε ο Βασιλιάς Κανέκ με τα μάτια ορθάνοιχτα:

«Πείτε στον άρχοντά σας πως θα έρθω».

Παρουσιάστηκαν και οι αγγελιαφόροι από την Ουξμάλ στον Βασιλιά Κανέκ και του διεμήνυσαν:

«Ο άρχοντάς μας Ουλίλ, πρίγκιπας της Ουξμάλ, προσκαλεί την Μεγαλειότητά σας, τον Βασιλιά των Ιτσά και την συνοδεία του να παρακαθίσει στο γαμήλιο γεύμα που θα δοθεί για τους γάμους του με την πριγκίπισσα Σακ-Νικτέ και να προσέλθει στην Ουξμάλ ως φίλος και ως σύμμαχος, ως οικοδεσπότης και ως αφέντης».

Και αποκρίθηκε ο Βασιλιάς Κανέκ με τα χέρια σφιγμένα και με ιδρωμένο πρόσωπο:

«Πείτε στον άρχοντά σας πως εκείνη την ημέρα θα βρίσκομαι κοντά του».

Στα μέσα της νύχτας έφτασε και άλλο μήνυμα, την στιγμή που ο Βασιλιάς των Ιτσά καθόταν μόνος και πληγωμένος και κοίταζε τα αστέρια στο νερό.

Πλησίασε ένας νάνος γεροντάκος και ψιθύρισε στο αυτί του Βασιλιά:

«Το Λευκό Άνθος σε περιμένει μέσα στα πράσινα φύλλα. Θα αφήσεις να σου την πάρει άλλος;» Και χάθηκε ο νάνος γεροντάκος στον άνεμο ή κάτω από την γη. Κανένας δεν τον είδε, παρά μόνο ο Βασιλιάς, και κανένας δεν έμαθε γι’ αυτόν.

Στις λαξεμένες πέτρες εκεί που αφήνει τα σημάδια του ο χρόνος, χαράχτηκε με χρώματα η εικόνα της πριγκίπισσας Σακ-Νικτέ για να την θυμούνται πάντα στην γη των Μάγια.

Στο πλάι της σκάλισαν την μορφή του πρίγκιπα Ουλίλ, που θα γινόταν άντρας της, και από κάτω έγραψαν αυτά τα όμορφα αρχαία λόγια: «Από αυτούς θα προέλθει το μεγαλείο της Μαγιάμπ και αυτοί θα θεμελιώσουν την ειρήνη και την αφθονία στην γη».

Έστησαν αυτές τις πέτρες στην φημισμένη Ουξμάλ και τις έστεψαν με λουλούδια.

Η πριγκίπισσα ξεκίνησε από την Μαγιαπάν με όλους τους συγγενείς και τον πατέρα της, τον Βασιλιά Ουνάσελ, και με διαπρεπή συνοδεία, που διέσχιζαν τον δρόμο ομορφαίνοντάς τον με τραγούδια. Έξω από την πύλη της Ουξμάλ πήγε ο πρίγκιπας Ουλίλ, με ευγενείς και πολεμιστές, για να υποδεχτεί την μέλλουσα γυναίκα του και όταν την αντίκρισε την είδε να κλαίει. Όλοι οι άλλοι ήταν χαρούμενοι και χόρευαν στους δρόμους και τις πλατείες, αφού κανείς δεν γνώριζε αυτό που επρόκειτο να συμβεί.

Τα φτερά των φασιανών και οι πολύχρωμες κορδέλες έλαμπαν ανάμεσα στα όπλα.

Όλος ο δρόμος ως το Βασιλικό Παλάτι ήταν στολισμένος με φοινικόδεντρα και με κοντάρια βαμμένα με αστραφτερά χρώματα.

Στην Ουξμάλ όλοι έπιναν και φώναζαν από χαρά, βλέποντας το πριγκιπικό ζευγάρι που ετοιμαζότανε να παντρευτεί, αφού κανείς δεν γνώριζε αυτό που επρόκειτο να συμβεί.

Οι γέροντες ιερείς, που ήταν σε θέση να το γνωρίζουν, ήταν κλεισμένοι στα ψηλά κελιά των Ναών για να μην μιλούν μπροστά στους ανθρώπους. Αδύνατον να αλλάξουν όσα βουλεύονταν οι Ουρανοί, που είχαν προστάξει να συμβεί στην Μαγιάμπ κάτι διαφορετικό από αυτό που προσδοκούσαν οι άνθρωποι.

Γρήγορα φάνηκε, γρήγορα φάνηκε αυτό που ήταν γραμμένο στις ζοφερές γραφές και πήραν δρόμο αλλιώτικο τα πράγματα για όλους.

Τρεις μέρες ήταν να κρατήσει το γλέντι στην Ουξμάλ, που αντιλαλούσε από κέφι. Έφτασε η τρίτη μέρα και η σελήνη ήταν μεγάλη και στρογγυλή σαν τον ήλιο. Ήταν η κατάλληλη μέρα για τον γάμο ενός πρίγκιπα σύμφωνα με τους νόμους του Ουρανού.

Στην Ουξμάλ μαζεύτηκαν, από όλα τα κοντινά και μακρινά βασίλεια, προσκεκλημένοι βασιλικής καταγωγής: βασιλιάδες και παιδιά βασιλιάδων.

Ήρθαν από το βασίλειο της Ξιμπιλμπά και φέρανε ιερούς τάπιρους φορτωμένους με δώρα και στολισμένους με χρυσαφικά.

Ήρθαν από το Τσακνοουοτλάν, εκ μέρους του Βασιλιά των Ουτλά, δεκατέσσερις πρεσβευτές και φέρανε εννέα άσπρα ελάφια με χρυσά κέρατα και χρυσές οπλές.

Ήρθαν από την Κοπάν έξι άρχοντες πάνω σε ανάκλιντρα φτιαγμένα από ταρταρούγα και φέρανε λάβαρα φτιαγμένα από τα φτερά του ιερού πουλιού Κετσάλ.

Ήρθαν από την Νατσανκαάν ένας πρίγκιπας και τρεις ιερείς και έφεραν ένα βιβλίο με ωροσκόπια, γραμμένο από τους σοφούς τους, και πολλά σμαραγδένια περιδέραια.

Ήρθαν από το Γιααξτσιλάμ είκοσι νεαροί πολεμιστές και έφεραν αιθέρια έλαια και χρυσά σκουλαρίκια.

Ήρθαν από την Σακί, την λευκή και γλυκιά πόλη, και έφεραν πουλιά εκπαιδευμένα να τραγουδούν σαν την μουσική του Ουρανού.

Και ήρθαν πρεσβευτές από όλα τα μέρη και έφτασαν δώρα και μηνύματα από όλους τους άρχοντες της γης. Εκτός από τον πρίγκιπα Κανέκ Τον περιμένανε ως την τρίτη ημέρα αλλά δεν ήρθε, ούτε ακούσανε νέα του. Φάνηκε περίεργο και ανησύχησε τους άρχοντες αλλά όχι την πριγκίπισσα. Οι άλλοι δεν γνώριζαν. Εκείνη γνώριζε και περίμενε.

Το βράδυ της τρίτης ημέρας των εορτών ετοιμάστηκε ο βωμός της γαμήλιας τελετής αλλά ακόμη δεν είχε φανεί ο Βασιλιάς των Ιτσά ούτε είχε ακουστεί τίποτε για αυτόν. Όσοι δεν γνώριζαν περίμεναν.

Πριγκίπισσα Σακ-Νικτέ, Λευκό Άνθος της Μαγιάμπ, φως της σελήνης, αγριοπεριστέρα, κρυστάλλινο νερό, κόρη του αποσπερίτη πλησιάζει η ώρα του πεπρωμένου σου!

Είσαι ντυμένη με όμορφα χρώματα και στολισμένη με λουλούδια και θα παραδοθείς σε έναν άντρα μπροστά στον βωμό. Όμως άλλος είναι ο δρόμος που έχει ανοιχτεί για να εκπληρωθεί η επιθυμία των Θεών.

Όσα δεν τα φέρνει ο χρόνος μπορεί να τα φέρει η στιγμή. Ο αναστεναγμός ενός Θεού είναι αρκετός για να αλλάξει η πορεία του ανέμου.

Εσύ το ξέρεις και περιμένεις, πριγκίπισσα Σακ-Νικτέ, αφού έχεις προσφέρει την καρδιά σου σε έναν άνδρα λυπημένο.

Πρίγκιπα Κανέκ, τι γυρεύεις απεγνωσμένα μέσα στις σκιές; Μπήκες κρυφά στο Άδυτο των Αδύτων και ρώτησες τον Θεό χωρίς να αξιωθείς να λάβεις απάντηση. Το νοιώθεις ότι ο έρωτάς σου είναι για σένα κάτι υψηλό αφού για σένα η πριγκίπισσα Σακ-Νικτέ είναι σαν άστρο μακρινό κι ας είσαι εσύ ένας πρίγκιπας και ζεις εδώ κάτω σαν ίσος προς ίσον.

Πρίγκιπα Κανέκ, θέλεις να φτάσεις εσύ την πούλια της αυγής; Θέλεις να κόψεις εσύ το Λευκό άνθος της Μαγιάμπ; Τι θα έλεγες, άραγε, πρίγκιπα των Ιτσά, αν γνώριζες αυτό που είναι γραμμένο στην σκοτεινιά; Το Μαύρο Φίδι θα σωθεί, γιατί η αγνή γυναίκα που τα μάτια της κοιτάνε οι Θεοί, θέλησε να το κοιτάξει τρυφερά.

Ο λαός που είναι παιδί των ανδρών που ήταν άγιοι θα γλιτώσει την τιμωρία και θα αλλάξει η τύχη του. Είναι αναμμένο το φως που θα φωτίσει τον καινούριο δρόμο των Ιτσά.

Τι θα έλεγες πρίγκιπα Κανέκ αν το γνώριζες;

Στους γάμους της πριγκίπισσας Σακ-Νικτέ με τον πρίγκιπα Ουλίλ, τρεις ημέρες περίμεναν τον άρχοντα της Τσιτσέν Ιτσά, χωρίς αυτός να εμφανιστεί.

Όμως ο πρίγκιπας Κανέκ έφτασε την κατάλληλη ώρα.

Με εβδομήντα πολεμιστές εμφανίστηκε ξαφνικά στην Ουξμάλ και ανέβηκε στον βωμό, όπου έκαιγε το λιβάνι για τους γάμους, την ώρα που έψελναν οι ιερείς. Φορούσε την στολή του πολέμου και είχε στο στήθος του το έμβλημα της Ιτσά.

«Μεγάλη Ιτσά! Μεγάλη Ιτσά» φώναξαν οι άνδρες του στα σκαλοπάτια του Ναού, υψώνοντας τις λόγχες τους.

«Μεγάλη Ιτσά! Μεγάλη Ιτσά» φώναξαν λες και βρίσκονταν στο πεδίο της μάχης.

Δεν χρειάστηκε να φωνάξουν και τρίτη φορά. Ούτε ένα χέρι δεν πρόλαβε να σηκωθεί εναντίον τους μιας και όλα είχαν τελειώσει μονομιάς.

Ο πρίγκιπας Κανέκ μπήκε σαν μανιασμένος άνεμος, άρπαξε την πριγκίπισσα και την σήκωσε στα χέρια μπροστά σε όλους. Κανείς δεν κατάφερε να τον εμποδίσει.

Όταν θέλησαν να αντιδράσουν αυτός είχε φύγει.

Έμεινε μόνο ο πρίγκιπας Ουλίλ μπροστά στον βωμό και τους ιερείς. Η πριγκίπισσα χάθηκε εμπρός στα μάτια τους όταν την άρπαξε ο Βασιλιάς, που εμφανίστηκε σαν την αστραπή.

Μακριά φεύγουν οι πολεμιστές της ιτσά, με τον κύριό τους που κρατά στην αγκαλιά του την πριγκίπισσα Σακ-Νικτέ!

Όλοι απομακρύνονται και έτσι τελειώνει η γιορτή του γάμου. Οι δρόμοι και οι πλατείες είναι γεμάτες με κόσμο που τραγουδάει μεθυσμένος χωρίς να ξέρει τι συμβαίνει.

Οι φύλακες του πρίγκιπα Ουλίλ έχασαν τα όπλα τους και δεν καταφέρνουν να τα βρούν. Ποιος θα ήταν οπλισμένος την ημέρα της μεγάλης γιορτής;

«Μεγάλη Ιτσά! Μεγάλη Ιτσά» φώναζαν οι άνδρες του πρίγκιπα Κανέκ, την ώρα που άρπαζε την πριγκίπισσα από τον βωμό στολισμένη με λουλούδια και κοσμήματα.

Όταν ηχούν οι σάλπιγγες και τα κύμβαλα και ακούγεται παντού η λυσσασμένη οργή του πρίγκιπα Ουλίλ που ξεσηκώνει τους πολεμιστές του, κανείς δεν μπορεί να δει τον άρχοντα της Ιτσά, κανένα ίχνος του δεν έχει απομείνει, ούτε της πριγκίπισσας ούτε των πολεμιστών του.

Πρίγκιπα Κανέκ, άρπαξες το αστέρι και έκοψες το άνθος! Όταν πήγε να λάμψει η ημέρα της τελετής, έσβησες την παρθένα φωτιά και έκανες δικό σου το φως των Μάγια! Έτσι έλεγε η φωνή που δεν μπορεί να ακουστεί, και έτσι έγινε.

Ο πρίγκιπας Κανέκ έφτασε από την Ουξμάλ στην Τσιτσέν χωρίς να τον δει κανείς. Πήρα τον μυστικό δρόμο που συνδέει υπόγεια τον ένα ναό με τον άλλον, το ένα μέρος με το άλλο, στην ιερή γη των Μάγια. Αυτούς τους δρόμους τώρα μπορεί κανείς να τους δει. Πρώτα τους γνώριζαν μόνο όσοι έπρεπε να τους γνωρίζουν.

Τον στενό δρόμο που περνάει κάτω από την γη, από την Τσιτσέν ως την Ουξμάλ, ακολούθησε ο πρίγκιπας Κανέκ για να βρει την πριγκίπισσα και να την κάνει δικιά του αφού έτσι πρόσταξαν οι Θεοί.

Έτσι αντίκρισε το πρόσωπο του πρίγκιπα Ουλίλ όσο διαρκεί το παίξιμο ενός ματιού και έκλεψε την γλυκιά τρυγόνα ενώ πήγαιναν να την αφήσουν σε φωλιά που δεν προοριζότανε για αυτήν.

Δεν χύθηκε σταγόνα αίμα αλλά η γιορτή των γάμων είχε τέλος λυπηρό για τον πρίγκιπα Ουλίλ και για τον βασιλιά της Μαγιαπάν, τον μεγάλο Ουνάσελ.

Δι ότι κανείς δεν γνώριζε την βούληση των Θεών. Έτσι έπρεπε να γίνει!

Ω, τι μεγάλη εκδίκηση θα πέσει επάνω στην Τσιτσέν, που είναι αδύναμη και αποκαμωμένη από το γλυκοΰπνι, από τα ζωηρά παιχνίδια και από τα καυτά φιλιά! Έφτασε η ώρα για τον λαό της Ιτσά. Έφτασε το πλήρωμα του χρόνου.

Ακονίζονται για μια ακόμα φορά τα ξίφη στην Μαγιάμπ και υψώνονται τα λάβαρα του πολέμου. Ενώνονται η Ουξμάλ και η Μαγιαπάν ενάντια στην Ιτσά!

Στους δρόμους σηκώνεται σκόνη από τις πατημασιές και στον αέρα αντηχούν φωνές. Στα κάστρα των πολεμιστών ηχούν μέρα και νύχτα τα κύμβαλα και οι σάλπιγγες.

«Τι θα απογίνεις Τσιτσέν βυθισμένη στα όνειρα του πρίγκιπά σου;»

Πρέπει να τιμωρηθείς, αλλά έχεις το Λευκό Άνθος που είναι το φως και η δόξα της Μαγιάμπ, και η τιμωρία σου θα είναι η σωτηρία.

Και να λοιπόν που ο λαός της Ιτσά άφησε τα σπίτια του και τους ναούς του, για δεύτερη φορά στον καιρό του, και εγκατέλειψε την όμορφη πόλη των προγόνων του, που είναι απλωμένη στην όχθη των γαλανών νερών και μυρίζει σαν το μέλι των λουλουδιών κάτω από τον ήλιο που φωτίζει την ζωή. Φύγανε όλοι κλαίγοντας το βράδυ με το φως των αστεριών. Φύγανε κρατώντας τα αγάλματα των Θεών και τα ιερά βιβλία των Ναών. Στην Τσιτσέν δεν έμεινε παρά μόνον η σιωπή που τρέμει.

Η πριγκίπισσα Λευκό Άνθος γέμισε με δύναμη την καρδιά του πρίγκιπα Μαύρο Φίδι και άνοιξε τα μάτια για να βλέπει τον δρόμο. Εμπρός από τον λαό της Ιτσά πήγαινε ο πρίγκιπας Κανέκ διασχίζοντας το μονοπάτι του βουνού, τυλιγμένος στον άσπρο του μανδύα, χωρίς κορώνα και φτερά στο κεφάλι.

Δίπλα του βάδιζε η πριγκίπισσα Σακ-Νικτέ που έλαμπε σαν την σελήνη. Του κρατούσε το χέρι και έδειχνε τον δρόμο και οι άλλοι ακολουθούσαν. Κάποια ημέρα φτάσανε σε ένα πράσινο και ήσυχο μέρος, δίπλα στην ήρεμη λίμνη όπου βρίσκεται το ιερό Πετέν, μακριά από όλες τις πόλεις. Και εκεί έστησαν το βασίλειό τους και έκτισαν τα απλά και ειρηνικά σπίτια τους.

Γύρισαν στους χρόνους τους παλιούς και το Μαύρο Φίδι ένιωσε να ξαναγεννιούνται τα φτερά του και υψώθηκε ξανά στον αέρα.

Για την Ιτσά έλαμψε στον ουρανό το φως των επτά χρωμάτων, που είναι η πριγκίπισσα Σακ-Νικτέ που χαμογελά στους ανθρώπους της γης. Βασίλεψε στις καρδιές και τις γαλήνεψε. Μέχρι που έφτασε ο καιρός και χάθηκε η Ιτσά σιγά σιγά, όπως το λουλούδι του Ήλιου που λάμπει όλη την ημέρα και πεθαίνει όταν η μέρα σβήνει…

Έτσι σώθηκαν οι Ιτσά, χάρις στον έρωτα του Λευκού άνθους, που γλίστρησε στην καρδιά του τελευταίου πρίγκιπα της Τσιτσέν, για να αποτρέψει την τιμωρία.

Σιωπηλή και μόνη έμεινε η Τσιτσέν Ιτσά, στο μέσον του δάσους χωρίς πουλιά, γιατί όλα πέταξαν πίσω από την πριγκίπισσα Σακ- Νικτέ.

Και έφτασαν εκεί αγριεμένοι σαν σφήκες οι πολεμιστές της Ουξμάλ και της Μαγιαπάν, μα δεν βρήκαν ούτε την ηχώ των στεναγμών στα άδεια παλάτια και τους άδειους ναούς.

Τότε η οργή τους άναψε την φωτιά της πυρκαγιάς στα σπίτια της πολιτείας και άφησαν τα σημάδια των τσεκουριών τους στις ανοιχτές πόρτες και γκρέμισαν τους ναούς. Και γύρισαν στην Μαγιάμπ για να συνεχιστεί η ζωή τους όπως ήταν γραφτό να συνεχιστεί.

Η Τσιτσέν Ιτσά έμεινε μόνη και άψυχη όπως είναι σήμερα εγκαταλειμμένη από τους αρχαίους εκείνους χρόνους, δίπλα στο γαλανό νερό του μεγάλου πηγαδιού της ζωής και δίπλα στο άλικο νερό του μεγάλου πηγαδιού του θανάτου. Το ένα βρίσκεται στην μία πλευρά και το άλλο στην άλλη πλευρά της πόλης. Της πόλης όπου κανείς πια δεν μιλάει παρά μόνο η κρυμμένη φωνή που κανείς δεν ακούει. Και όμως κάποια μέρα θα ακουστεί!

Τον μήνα Μοάν, όταν η ζωή ξαναγεννιέται πάνω στην γη, ανθίζει στην Μαγιάμπ το λευκό άνθος και στολίζει με χρώματα τα δέντρα και γεμίζει ευωδιές τον αέρα.

Ο γιος της Μαγιάμπ την περιμένει πάντα και τρυφερά φωνάζει το γλυκό όνομα της πριγκίπισσας Σακ-Νικτέ.



[1] Σ.Μ. Η «Παλιά Αυτοκρατορία» των Μάγια ήκμασε μεταξύ του 4ου και 9ου αιώνα στο νότιο Γιουκατάν, όμως οι παλιές πόλεις εγκαταλείφτηκαν, και μια «Νέα Αυτοκρατορία» αναπτύχθηκε στο βόρειο Γιουκατάν, στην οποία κυριαρχούσαν οι τρεις πόλεις Τσιτσέν Ιτσά, Μαγιαπάν και Ουξμάλ.